إِذۡ تَمۡشِيٓ أُخۡتُكَ فَتَقُولُ هَلۡ أَدُلُّكُمۡ عَلَىٰ مَن يَكۡفُلُهُۥۖ فَرَجَعۡنَٰكَ إِلَىٰٓ أُمِّكَ كَيۡ تَقَرَّ عَيۡنُهَا وَلَا تَحۡزَنَۚ وَقَتَلۡتَ نَفۡسࣰ ا فَنَجَّيۡنَٰكَ مِنَ ٱلۡغَمِّ وَفَتَنَّٰكَ فُتُونࣰ اۚ فَلَبِثۡتَ سِنِينَ فِيٓ أَهۡلِ مَدۡيَنَ ثُمَّ جِئۡتَ عَلَىٰ قَدَرࣲ يَٰمُوسَىٰ
"Και να! η αδελφή σου, που περπατούσε (εκεί ήοντα) είπε: μήπως θέλετε να σας υποδείξω μια που να θηλάσει και ν' αναθρέψει (το μωρό); Κι έτσι σε επιστρέψαμε στη μητέρα σου, για να χουχγει η καρδία της και να μη λυπηται. Κι οκότωσες ένα άνθρωπο, αλλά σε σώσαμε από τις ενοχλήσεις και σε δοκιμάσαμε με διάφορες δοκιμασίες. Κι έμεινες πολλά χρόνια με τη γενιά των μέντιε.Κι έπειτα ήρθες,εδώ, ω!μωυσή, όπως είχε ορίστει!