قَالَ لَقَدۡ ظَلَمَكَ بِسُؤَالِ نَعۡجَتِكَ إِلَىٰ نِعَاجِهِۦۖ وَإِنَّ كَثِيرࣰ ا مِّنَ ٱلۡخُلَطَآءِ لَيَبۡغِي بَعۡضُهُمۡ عَلَىٰ بَعۡضٍ إِلَّا ٱلَّذِينَ ءَامَنُواْ وَعَمِلُواْ ٱلصَّٰلِحَٰتِ وَقَلِيلࣱ مَّا هُمۡۗ وَظَنَّ دَاوُۥدُ أَنَّمَا فَتَنَّٰهُ فَٱسۡتَغۡفَرَ رَبَّهُۥ وَخَرَّۤ رَاكِعࣰ اۤ وَأَنَابَ۩
Είπε (ο Δαυίδ): "Σε έχει - οπωσδήποτε - αδικήσει, ζητώντας τη (μοναδική) σου προβατίνα να την προσθέσει στις προβατίνες του. Πολλοί - βέβαια - είναι από τους συνεταίρους που ανακατεύονται (σ' επιχειρήσεις) αδικούν ο ένας τον άλλο. Όχι - όμως - αυτοί που πιστεύουν και κάνουν καλό. Αλλά πόσο λίγοι είναι αυτοί!..." Ο Δαυίδ είχε συμπεράνει ότι τον δοκιμάζαμε, γι' αυτό ζήτησε τη συγχώρηση του Κυρίου του, κι έπεσε κάτω, γονατιστός (από ταπείνωση) και μετάνιωσε.